Από Βαγαίο με φιλολογικές τάσεις
... Η μεγαλύτερη σωτηρία μας είναι αυτή: να σωθούμε από τους σωτήρες μας. Ακόμη και η εκκλησία μας παρουσιάζει τα πράγματα με λάθος τρόπο. Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να μας σώσει! Ήρθε για να μας διδάξει τον τρόπο να σωθούμε. Να μάθουμε τον τρόπο μόνοι μας να σώσουμε τον εαυτό μας! Γι' αυτό ποτέ Του δεν αυτοπαρουσιάστηκε σαν σωτήρας. Σωτήρα τον βάφτισε το ιερατείο για να εγκαταστήσει την εξουσία του. Τον χρησιμοποίησε σαν ράβδο εξουσίας της παντοδυναμίας του.
Έτσι, δεν υπάρχουν σωτήρες. Όποιος μιλάει για σωτήρες, λέει ψέματα. Ο κάθε σωτήρας, και κυρίως ο πολιτικός, αποδείχτηκε λαοπλάνος. Στηρίζεται στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κόσμου και στους κάθε είδους φόβους του. Στην πραγματικότητα κι αν δεν υπάρχουν σωτήρες, τους εφευβρίσκουν τα θρησκευτικά και πολιτικά ιερατεία.
Το μόνο σωτήριο μέσο είναι η γνώση, ο σωστός προβληματισμός και η ενεργός συμμετοχή στα κοινά. Τότε η υπόθεση "σωτηρία", που απαιτεί παθητικούς πολίτες, παύει να υφίσταται. Οι ενεργοί πολίτες δεν χρειάζονται σωτήρες. Ποτέ η δημοκρατία που λειτουργούσε σωστά δεν χρειάστηκε επίδοξους σωτήρες!
Οι φερόμενοι σαν σωτήρες των Βαγίων είναι πολύ μικροί... Ας κοιταχτούν πρώτα στον καθρέφτη τους, ας αναμετρήσουν το μπόϊ τους και θ΄αναγκαστούν να καταπιούν τη γλώσσα τους.
Είναι για γέλια και για κλάματα αυτό που διαδίδει, και συζητάει στην αγορά, το περιβάλλον ενός από τους διατελέσαντες δημάρχους και υποψήφιους στις επόμενες εκλογές: "Ο ... (τάδε) ... είναι γεννημένος για να σώσει τα Βάγια".
ΟΧΙ, τα Βάγια δεν χρειάζονται σωτήρες. Σώφρονες και ενεργούς πολίτες χρειάζονται ...
Υ.Γ.: Επιτρέψτε μου να σας προτείνω να διαβάσετε το βιβλίο του Ν. Καζατζάκη " Αναφορά στον Γκρέκο", κεφάλαιο ΚΔ', από το οποίο σας παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
- Δεν καταλαβαίνω, Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο· πάλι μας μιλάς με παραβολές.
- Θα καταλάβεις στο γυρισμό, Σαριπούτο. Τώρα, σας είπα, είναι πολλά νωρίς. Χρόνια ζω τη ζωή και τον πόνο του ανθρώπου, χρόνια μεστώνω· ποτέ δεν είχα φτάσει, σύντροφοι, σε τόση ελευτερία. Γιατί; Γιατί πήρα μια μεγάλη απόφαση.
- Μια μεγάλη απόφαση, Δάσκαλε; Έκαμε ο Άναντα κι ανασήκωσε το κεφάλι, έσκυψε, φίλησε το άγιο πόδι του Βούδα· ποια απόφαση;
- Δε θέλω να πουλήσω την ψυχή μου στο Θεό, σε αυτό που λέτε εσείς Θεό· δε θέλω να πουλήσω την ψυχή μου στον Πειρασμό, σε αυτό που λέτε εσείς πειρασμό· δε θέλω να πουληθώ σε κανένα. Είμαι λεύτερος! Χαρά σε αυτόν που ξεφεύγει από τα νύχια του Θεού και του Πειρασμού, αυτός, αυτός μονάχα λυτρώνεται.
- Λυτρώνεται από τι; έκαμε ο Σαριπούτο κι ο ιδρώτας έτραχε από το μέτωπό του· λυτρώνεται από τι; Ένας λόγος απόμεινε στα χείλια σου, Δάσκαλε, και σε καίει.
- Δε με καίει, Σαριπούτο, με δροσίζει· δεν ξέρω, συμπαθάτε με, αν αντέχετε, αν μπορείτε να τον ακούσετε χωρίς να σας κυριέψει τρόμος.
- Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο, πάμε στον πόλεμο, μπορεί να μη γυρίσουμε· μπορεί να μη σε ξαναδούμε· φανέρωσέ μας το στερνό ετούτο λόγο, το στερνό σου· λυτρώνεται από τι;
Αργά, βαριά, σαν κορμί στην άβυσσο, έπεσε από τα σφιγμένα χείλια του Βούδα ο λόγος:
- Από τη λύτρωση.
- Από τη λύτρωση; Λυτρώνεται από τη λύτρωση; ξεφώνισε ο Σαριπούτο. Δάσκαλέ μου, δεν καταλαβαίνω!
- Καλύτερα, Σαριπούτο, καλύτερα· αν καταλάβαινες, θα τρόμαζες. Όμως, μάθετέ το, σύντροφοι, ετούτη είναι η λευτεριά η δικιά μου· λυτρώθηκα από τη λύτρωση!
Σώπασε· μα δεν μπορούσε πιά να κρατηθεί:
- Κάθε άλλη λευτεριά, μάθετέ το, είναι σκλαβιά· αν ήταν να ξαναγεννιόμουν, για τη μεγάλη ετούτη λευτεριά θα πολεμούσα: για τη λύτρωση από τη λύτρωση…Μα φτάνει· πρώιμα είναι ακόμα να μιλούμε· θα τα πούμε σαν γυρίσετε από τον πόλεμο, αν γυρίσετε· έχετε γειά!
Ανάσανε βαθιά, έβλεπε τους μαθητές του να κοντοστέκουνται, χαμογέλασε.
- Τι κάθεστε; είπε· το χρέος σας ακόμα ο πόλεμος, σύρτε να πολεμήστε· έχετε γειά!
- Καλή αντάμωση, Δάσκαλε, είπε ο σαριπούτο, πάμε, κι ο Θεός βοηθός!
Ο Άναντα έμεινε ακίνητος· ο Βούδας τον κόχεψε ευχαριστημένος.
- Εγώ θα μείνω μαζί σου, Δάσκαλέ μου, είπε και κατακοκκίνησε.
- Άναντα αγαπημένε, έκαμε ο Βούδας, από φόβο;
- Από αγάπη, Δάσκαλέ μου.
- Δε φτάνει πια η αγάπη, πιστέ μου σύντροφε· δε φτάνει.
- Το ξέρω, Δάσκαλέ μου· την ώρα που μιλούσες είδα μια φωτιά ν’ αγλείφει το στόμα σου.
- Δεν ήταν φωτιά, Άναντα, δεν ήταν φωτιά, ήταν ο λόγος. Καταλαβαίνεις, εσύ, μικρέ μου, πιστέ μου φίλε, τον περάνθρωπο τούτο λόγο;
- Καταλαβαίνω, θαρρώ· γι’ αυτό κι απόμεινα μαζί σου.
- Τι κατάλαβες;
- Όποιος λέει πως υπάρχει λύτρωση είναι σκλάβος· γιατί την πάσα στιγμή φλωροζυγιάζει κάθε του λόγο, κάθε του πράξη και τρέμει: Θα σωθώ; Δε θα σωθώ; Θα πάω στον ουρανό; Θα πάω στην Κόλαση; Πώς μπορεί να ΄ναι λεύτερη μια ψυχή που ελπίζει; Όποιος ελπίζει, φοβάται τη ζωή ετούτη, φοβάται τη ζωή την άλλη, κρέμεται μέτωρος και περιμένει την τύχη ή το έλεος του Θεού.
Ο Βούδας έβαλε την απαλάμη στα μαύρα μαλλιά του Άναντα.
- Μείνε, είπε.
Κάμποση ώρα έμειναν αμίλητοι κάτω από το ανθισμένο δέντρο. Ο Βούδας χάδεψε αργά, πονετικά, τα μαλλιά του αγαπημένου μαθητή.
- Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;
Ο Άναντα είχε σκύψει το κεφάλι και δε μιλούσε.
- Καταλαβαίνεις λοιπόν τώρα ποιος είναι ο τέλειος Λυτρωτής…
Σώπασε, και σε λίγο, παίζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά του έναν ανθό που ΄χε πέσει από το δέντρο:
- Ο Λυτρωτής που θα λυτρώσει τους ανθρώπους από τη λύτρωση.