[[ δαμ-ων ]] Εισαγωγή
Με την ονομασία “ρεμπέτικο” εννοούμε το αστικό λαϊκό τραγούδι που γεννιέται στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα από τις εμπειρίες και τα ακούσματα του περιθωρίου των κατώτερων τάξεων, ανδρώνεται δημιουργικά στα χρόνια του 1920 και ’30 με τις κοινωνικές ανακατατάξεις και τις μουσικές επιρροές που δημιουργεί η Μικρασιατική καταστροφή, για να κυριαρχήσει αλλά και να χαθεί με την μαζικοποίησή του στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50 στον 20ο αιώνα.
"Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι μικρά απλά τραγούδια που τραγουδούν απλοί άνθρωποι. ...είναι στο βάθος μάλλον κοινωνικού περιεχομένου τραγούδια." γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του "Ρεμπέτικα τραγούδια". Ο Πετρόπουλος αρχίζει τη μελέτη του για το Ρεμπέτικο τραγούδι με τα ακόλουθα λόγια:
Λόγος επικήδειος
διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης. Και δίνει τον ορισμό: « Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι. » Ο Μάνος Χατζιδάκης μας λέει ότι τρία είναι τα βασικά στοιχεία που καθορίζουν τα όρια του ρεμπέτικου, κι αυτά συνοψίζονται σε τρεις λέξεις: “μεράκι”- “κέφι” και “καημός”. Ο ρεμπέτης είχε αυτό που λέμε “νταλγκά”. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το ρεμπέτικο είναι το τραγούδι ευαίσθητων ψυχών. Και το τονίζει ο Πετρόπουλος: « Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ’ του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. » Από την μικρή μου έρευνα για τις ανάγκες του μικρού αυτού αφιερώματος, αποκρυστάλλωσα την άποψη πως τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με τη καρδιά μετριέται. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε μια φράση του σκηνοθέτη Σωτήρη Χατζάκη: «Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι το εθνικό ποτάμι που διατρέχει την κυτταρική μας μνήμη». Η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι αξιοπρόσεχτη από το γεγονός και μόνο ότι διαδραματίζεται σε τόσο στενό χρονικό διάστημα (περίπου 30-40 χρόνια) και ταυτόχρονα όμως έχει τόση μεγάλη επίδραση στην εξέλιξη του Ελληνικού τραγουδιού. Ίσως τελικά να αποτελεί τον "συνδετικό κρίκο" της μουσικής του 19ου και 20ου αιώνα στην Ελλάδα. Πολλοί και διάφοροι παράγοντες συνέβαλλαν στην δημιουργία του ρεμπέτικου αλλά και στην διαμόρφωση του κατά την διάρκεια της μικρής "ζωής" του. Τα δημοτικά τραγούδια , η Βυζαντινή και Βαλκανική μουσική , η Τούρκικη και ανατολίτικη μουσική αλλά και άλλοι, κοινωνικού περιεχομένου παράγοντες, όπως ο τρόπος ζωής (τεκέδες, φυλακές , παρανομία) και μεγάλα ιστορικά γεγονότα (καταστροφή της Σμύρνης το 22 και το κύμα της προσφυγιάς, η βιομηχανική επανάσταση και η άνοδος -και αργότερα κάθοδος- της αστικής τάξης, οι διάφοροι πόλεμοι -1897, Β' παγκόσμιος, εμφύλιος-) διαμόρφωσαν εκτός των άλλων και την ρεμπέτικη μουσική.
Οι 3 περίοδοι του ρεμπέτικου
Πολλοί μελετητές και ιστορικοί χωρίζουν το ρεμπέτικο τραγούδι σε 3 περιόδους. Ο διαχωρισμός αυτός έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση του ρεμπέτικου γιατί κατά κάποιο τρόπο ακολουθεί την ιστορία της Ελλάδας και τα γεγονότα που συνέβησαν τότε. Έτσι χονδρικά το ρεμπέτικο τραγούδι χωρίζεται σε τρεις δεκαετίες (1922-1932, 1932-1942 και 1942-1952).
-Στην πρώτη δεκαετία κυριαρχεί το Σμυρναίικο και ανατολίτικο στυλ στο ρεμπέτικο τραγούδι. Η καταστροφή της Σμύρνης και η προσφυγιά από την Μικρά Ασία εμπλουτίζουν το Ελληνικό τραγούδι με αμανέδες, ταξίμια, Σμυρνιές τραγουδίστριες και ανατολίτικα όργανα ( σάζι, σαντούρι, ούτι, κανονάκι). Τα καφέ-αμάν γίνονται κύριος φορέας αυτής της μουσικής και αρχίζουν οι πρώτες γραμμοφωνήσεις τραγουδιών (στην Αμερική ήδη από το 1910).
-Στην δεύτερη δεκαετία έχουμε την αυθεντικότερη έκφραση του ρεμπέτικου τραγουδιού από τους μάγκες των μεγάλων αστικών κέντρων και την αντικατάσταση των ανατολίτικων οργάνων με μπουζούκι, μπαγλαμά και κιθάρα. Την εποχή αυτή (30-40) η ρεμπέτικη μουσική αποτελεί τρόπο ζωής για τους ανθρώπους του περιθωρίου, της φτώχιας , τους αδικημένους από την κοινωνία, τους ναρκομανείς, τους φυλακισμένους.
-Στην τρίτη δεκαετία αλλάζει το στυλ των τραγουδιών και κάνουν την εμφάνισή τους οι μουσικές ιδιοφυίες της εποχής (Τσιτσάνης, Χιώτης, Μητσάκης και άλλοι). Η μουσική γίνεται περισσότερο πολύπλοκη και δυσκολόπαιχτη. Είναι μια δύσκολη εποχή για τον Ελληνικό λαό.
Είναι φανερό ότι το ρεμπέτικο τραγούδι δεν εμφανίστηκε από την μια στιγμή στην άλλη, αλλά μια σειρά παραγόντων, οι οποίοι έχουν πολύ παλαιότερες ρίζες, βοήθησαν στη δημιουργία του. Τι συνέβαινε στην Ελλάδα πριν την "εμφάνιση" του ρεμπέτικου;
Μετά την επανάσταση του 1821 δημιουργείται το 1829 το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος που περιλαμβάνει μόνο την στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Ωστόσο, οι Έλληνες κατοικούν και σε άλλες περιοχές όπως Μακεδονία, Δωδεκάνησα, Μικρά Ασία. Αρχικά λοιπόν το ρεμπέτικο απείχε ελάχιστα από το δημοτικό τραγούδι. Στην περίοδο 1833-1863 κατά την περίοδο της Βασιλείας του Όθωνα αναπτύσσεται η Σύρος και γίνεται κέντρο εμπορικών ανταλλαγών. Αργότερα την δεκαετία του 1870-1880 αναπτύσσεται ο Πειραιάς. Η ανάπτυξη του λιμανιού του Πειραιά συμπίπτει με την βιομηχανική επανάσταση στην Ελλάδα, η οποία, βέβαια, ποτέ δεν έφτασε τα επίπεδα της Ευρώπης. Έτσι αρχίζει μια εποχή εμπορίου και αστικοποίησης. Από το 1890 έως τις αρχές του 20ου αιώνα πραγματοποιείται ένα κύμα μετανάστευσης προς την Αμερική. Οι Έλληνες της Αμερικής θα είναι αυτοί που θα ηχογραφήσουν για πρώτη φορά Ελληνικά τραγούδια (1910-1934) και μάλιστα ,όπως υποστηρίζουν πολλοί, τα τραγούδια αυτά ήταν πολύ παλαιότερα. Ηχογραφούν Σμυρναίικα , δημοτικά και ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία μέχρι τότε υπήρχαν μόνο ως τραγούδια γραμμένα από αγνώστους , μες τις φυλακές ή τους τεκέδες και είχαν διαδοθεί από στόμα σε στόμα. Ο Καρκαβίτσας αναφέρει στίχους τραγουδιών από την φυλακή στο Παλαμήδι το 1880!.
Τα τραγούδια λοιπόν που δημιουργούνται στο τέλος του 19ου και αρχές 20ου αιώνα, είναι τραγούδια των κατώτερων κοινωνικών ομάδων των μεγάλων αστικών κέντρων-λιμανιών (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη , Θεσσαλονίκη , Πειραιάς). Μέσα σε αυτήν την αστικοποίηση, και την εισβολή των δυτικών συμφερόντων στον Ελληνικό χώρο, αναπτύσσεται το ρεμπέτικο τραγούδι από τους απλούς ανθρώπους των πόλεων, φτωχούς, κοινωνικά αδικημένους , φυλακισμένους, παράνομους και ανθρώπους του "περιθωρίου". Μια ομάδα τέτοιων ανθρώπων ήταν και οι κουτσαβάκηδες που έδρασαν στου Ψυρρή από το 1867-1897 που όμως τους εξόντωσε ο Μπαϊρακτάρης. Οι κουτσαβάκηδες , όπως και άλλοι άνθρωποι του υποκόσμου ,που χαρακτηρίζονταν ως μάγκες ,βλάμηδες, τσίφτηδες , αλάνια και ρεμπέτες, είχαν αναπτύξει ένα δικό του τρόπο ζωής (αργκό, τραγούδια , συνήθειες , ενδιαφέροντα) που δεν συμβάδιζε με τον νέο αστικό τρόπο ζωής, που εισήγαγε η νέα ανερχόμενη αστική τάξη. Από αυτή την ομάδα ανθρώπων με τον εναλλακτικό τρόπο ζωής γεννήθηκε το ρεμπέτικο τραγούδι.
Μετά τους βαλκανικούς πολέμους (1912-13) και τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο (1917) , το πιο συνταραχτικό γεγονός που επηρέασε βαθειά το ρεμπέτικο τραγούδι ήταν η καταστροφή της Σμύρνης (1922) και η ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι Μικρασιάτες μουσικοί διαδίδουν την λαϊκή μουσική της Σμύρνης και της Πόλης (Σμυρναίικο) και αρχίζει η μίξη των δύο ειδών μουσικής , δηλαδή του Σμυρναίικου και τραγουδιού των ρεμπετών (μουρμούρικο, της φυλακής, του τεκέ, μάγκικο, μποέμικο). Τα καφέ-αμάν ενώ υπήρχαν ήδη από το 1900, τώρα μεσουρανούν και διαδίδουν τον τρόπο αυτό διασκέδασης με το ρεμπέτικο τραγούδι. Συνθέτες της εποχής εκείνης : ο Δραγάτσης, ο Καρίπης ,ο Σεμσής, ο Τούντας ο Γιοβάν Τσαούς , ο Πωλ, και ερμηνευτές : η Ρόζα Εσκενάζη, η Ρίτα Αμπατζή, η Μαρίκα Παπαγκίκα, ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Νούρος. Αν και οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών είχαν ξεκινήσει στο εξωτερικό από το 1907-1910, οι οργανωμένες ηχογραφήσεις στην Ελλάδα με την συμμετοχή μεγάλων δισκογραφικών εταιριών γίνονται μετά το 1931. Προηγουμένως αναφερθήκαμε στον ερωτικό χαρακτήρα των ρεμπέτικων. Και πάλι ο Πετρόπουλος λέει: « Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικότερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ’ αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό• την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ’ αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.»
(…Ακολουθεί και Β΄ Μέρος…)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου