[[ δαμ-ων ]] ( 4ο Μέρος )
Αφού για χρόνια μάχονταν Αχαιοί και Τρώες, για να μη σκοτώνονται άδικα, οι δύο αντίπαλοι για χάρη της Ελένης, ο Μενέλαος και ο Πάρης, συμφώνησαν να μονομαχήσουν, κι ο νικητής να πάρει την Ελένη.
Ας δούμε πως ο Όμηρος μας εξιστορεί αυτό το επεισόδιο:
[[ Τρώες, αντρείοι Αχαιοί, ακούστε από μένα
τι είπε ο Αλέξανδρος, της έχθρας μας αιτία.
Οι Τρώες κι όλοι οι Αχαιοί να αποθέσουν λέει
τα όμορφα τα όπλα τους στη γη την πολυθρόφα
κι ο μαχητής Μενέλαος κι ο ίδιος πια στη μέση
για της Ελένης τ’ αγαθά, για εκείνη να παλέψουν•
κι όποιος φανεί πιο δυνατός, τον άλλο όποιος νικήσει
ας πάει στο σπίτι τ’ αγαθά όλα και τη γυναίκα•
οι άλλοι ας συμφιλιωθούν, όρκους πιστούς ας κάμουν. ]] ( “Ιλιάδα”, ραψ.Γ’, 86-94)
Έτσι παλικαρίσια διεκδικούσαν τις γυναίκες οι αρχαίοι μας, δεν τις έδιναν σαν να ήσαν ζώα στους ισχυρούς! Δε δείλιαζαν κι ούτε έβαζαν τον εαυτό τους πάνω από τους άλλους. Στη ζωή τους κυριαρχούσαν οι έννοιες της αρετής και της τιμής. Οι πρόγονοί μας είχαν φιλότιμο!
Είναι πολύ συγκινητικός ο διάλογος ανάμεσα στην Ανδρομάχη και τον Έκτορα, που πρώτος ορμούσε στον κίνδυνο, αψηφώντας το θάνατο.
[[ Η Ανδρομάχη στάθηκε κοντά του δακρυσμένη,
το χέρι του του έσφιξε, του μίλησε και είπε:
« Η ορμή σου το θάνατο, άμοιρε, θα σου φέρει•
το μωρό σου δε συμπονάς, την άμοιρη εμένα,
που χήρα γοργά θα μείνω• όλοι γοργά ορμώντας
πάνω σου θα σε σκοτώσουν• αν στερηθώ εσένα,
ν’ ανοίξει η γη και να χωθώ καλύτερα για μένα.
Δε θα έχω άλλη ζεστασιά, αν τώρα εσύ πεθάνεις,
μα βάσανα• και δε μου ζουν πατέρας και μητέρα….
Για μένα είσαι, Έκτορα, και μάνα και πατέρας
και αδερφός και δυνατός της κλίνης σύντροφός μου.
Έλα τώρα, σπλαχνίσου μας και μείνε εδώ στον πύργο,
το γιο μην κάνεις ορφανό και χήρα τη γυναίκα….»
Ο λοφοσείστης Έκτορας της μίλησε έτσι τότε:
« Για όλα τούτα νοιάζομαι, γυναίκα, μα τους Τρώες,
τις μακρόπεπλες ντρέπομαι της χώρας μας γυναίκες
μακριά από τον πόλεμο σαν το δειλό να φύγω•
και δεν το θέλει η καρδιά, γιατί έμαθα να είμαι
αντρείος και να πολεμώ ανάμεσα στους πρώτους
τη φήμη του πατέρα μου κρατώντας, τη δική μου…»]] ( “Ιλιάδα”, ραψ. Ζ’ 405-413, 429-432, 440-446).
Είχαν τσίπα, λοιπόν, οι Έλληνες, γι’ αυτό η φήμη τους κρατιέται μέχρι σήμερα. Θα μου πείτε πως και του Αβραάμ η φήμη διατηρείται. Όμως, δε διατηρείται δικαιωματικά, γιατί της αξίζει, αλλά γιατί επιβλήθηκε, κατάλληλα φτιασιδωμένη. Θα ήταν πέρα από κάθε αρχή του Έλληνα το να μην υπερασπιστεί τη γυναίκα του, γιατί οι αγώνες του ήσαν « υπέρ βωμών κι εστιών ». Δηλ. για τη θρησκεία του και το σπιτικό του, πρώτα την οικογένειά του και μετά τα υπάρχοντά του. Ποτέ δε θα έβαζε πάνω από την οικογένειά του την επιθυμία ν’ αποκτήσει πλούτη! Μα προπάντων σέβονταν τον αντίπαλο, κι ήταν ντροπή η δειλία Όταν ο Αγαμέμνονας ζήτησε να διακόψουν τον πόλεμο και να πάρουν του γυρισμού το δρόμο, ο Οδυσσέας τον επιτίμησε:
[[ Ο Οδυσσέας ο σοφός λοξοκοιτώντας είπε:
« Ποιος λόγος απ’ τα χείλη σου έχει ξεφύγει, Ατρείδη;
Κακότυχε, άλλο στρατό δειλό ας κυβερνούσες,
σε μας να μην αφέντευες, που έχει δώσει ο Δίας
να κλώθουμε απ’ τα νιάτα μας κι ως τα γεράματά μας
πολέμους ανυπόφορους, ωσότου να χαθούμε.
Έτσι λοιπόν επιθυμείς ν’ αφήσουμε την πόλη
των Τρώων την πλατύδρομη, όπου πάθαμε τόσα;
Σώπα, μην άλλος Αχαιός το λόγο αυτό ακούσει….»]] ( “Ιλιάδα”, ραψ. Ξ’ 82-90)
Δέκα χρόνια κράτησε η πολιορκία της Τροίας, κι όταν την κούρσεψαν και πήραν την Ελένη, βγάζοντας από πάνω τους της αρπαγής τη ντροπή, μπήκαν στα καράβια και της επιστροφής πήραν την πορεία. Πολλοί γνώρισαν νέες περιπέτειες από τον θαλασσοσείστη Ποσειδώνα, που αντάριασε τα νερά της θάλασσας, βάζοντας νέους κινδύνους στους κουρσευτές του Ιλίου. Τις περισσότερες περιπέτειες γνώρισε ο Οδυσσέας, κάνοντας άλλα δέκα χρόνια να παλιννοστήσει. Έτσι βρέθηκε είκοσι συνολικά χρόνια μακριά από την αγκαλιά της Πηνελόπης.
Όπως μας αναφέρει ο Όμηρος, στην περιπλάνησή του ο ήρωας δύο φορές έσμιξε ερωτικά με άλλες γυναίκες, όχι θνητές, αλλά θεές, την Κίρκη και την Καλυψώ. Δεν θα υποστηρίξουμε πως έμεινε πιστός στην Πηνελόπη. Εξάλλου ήταν αδύνατο άντρας, με τα μεγαλείο του Οδυσσέα, ν’ απέχει ερωτικά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Κίρκη ήταν κόρη του Ήλιου και της Πέρσης, αδελφή του Αιήτη. Ζούσε στο νησί Αιαία, όπου έφτασε ο βασιλιάς της Ιθάκης με τους συντρόφους του. Σαν έφτασαν στο νησί και θέλησαν να το εξερευνήσουν, χωρίστηκαν στα δύο και οι μισοί με αρχηγό τον Ευρύλοχο προχώρησαν στο εσωτερικό του νησιού, όπου συνάντησαν το παλάτι της Κίρκης. Αυτή για τα καλωσορίσματα τους πρόσφερε ένα ποτό με μαγικά βοτάνια και τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Ο Οδυσσέας, όταν είδε να μη γυρνούν οι συντρόφοι, κίνησε να τους αναζητήσει. Ο Ερμής ήρθε από του Όλυμπου τα μέρη για να του πει να προσέξει τη μάγισσα. Για να τον προφυλάξει του έδωσε το βοτάνι, που οι θεοί το έλεγαν μώλυ, ώστε να μη τον πιάσουν τα μάγια. Τη στιγμή που η θεά τον χτύπησε με το μαγικό ραβδί της, ο Οδυσσέας τράβηξα από το θηκάρι το σπαθί του και χύθηκε καταπάνω της, δήθεν να τη χτυπήσει, όπως τον είχε δασκαλέψει ο Αργοφονιάς Ερμής. Εκείνη ταραγμένη έπεσε στα γόνατα, αναγνωρίζοντας τον θαλασσοδαρμένο Οδυσσέα και τον κάλεσε να ανέβει στο κρεβάτι της και να χαρούν του έρωτα τη γλύκα.
Αυτή η ερωτική συνεύρεση ήταν κάλεσμα της φύσης. Της φύσης που οδηγεί στο σμίξιμο του αρσενικού με το θηλυκό, φτάνοντάς τους στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας, γιατί γίνεται με τη θέληση, κι όχι με πειθαναγκασμό, όπως της Σάρρας με το Φαραώ, ή της Άγαρ με τον Αβραάμ.
Η άλλη γυναίκα, που συνάντησε στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής ο Οδυσσέας, ήταν η Καλυψώ, μια νύμφη αθάνατη, κόρη του Άτλαντα, η οποία ζούσε στο απόμακρο νησί της Ωγυγίας, αποκομμένη από θεούς κι ανθρώπους. Σ’ αυτό το μακρινό νησί έριξε ο Δίας τον Οδυσσέα ξέπνοο, αφού στης μαύρης θάλασσας το αντάριασμα έχασε όλους τους συντρόφους, όπου η πεντάμορφη νύμφη για σπίτι είχε μια σπηλιά. Εκεί δέχτηκε με πολλή αγάπη το ναυαγό, τον περιποιήθηκε και έγινε δική του. Κάτω από τη φροντίδα της όμορφης νύμφης ο Οδυσσέας πέρασε όμορφες μέρες, μα τον έπιασε η νοσταλγία της επιστροφής. Η Καλυψώ, που πρώτα ζούσε στη μοναξιά, και τώρα είχε βρει συντροφιά κι άντρα να της δίνει τις χαρές του έρωτα, προσπάθησε με γλυκά λόγια να τον πλανέψει και την υπόσχεση να τον κάνει αγέραστο κι αθάνατο, αν δεχόταν για πάντα κοντά της να μείνει. Μα, αυτός καθημερινά στην ακρογιαλιά καθόταν κι ήθελε να δει καπνό να βγαίνει από τις καμινάδες των σπιτιών στην μακρινή Ιθάκη.
Ας αφήσουμε, εδώ, τον Όμηρο να μας διηγηθεί ποιητικά τα όσα ειπώθηκαν ανάμεσα στη θεά και τον θνητό:
[[ Στην ακροθαλασσιά εκεί να κάθεται τον βρήκε•
τα μάτια του δε στέγνωναν, έλιωνε η ζωή του
με θρήνους για το γυρισμό• τη θεά δε χαιρόταν•
τις νύχτες μέσα στη σπηλιά κοντά της απ’ ανάγκη
πλάγιαζε• αυτή ήθελε, δεν ήθελε εκείνος•
τις μέρες στην ακρογιαλιά καθόταν και στα βράχια
με δάκρυα, λύπες, στεναγμούς σπαράζοντας τα στήθη•
την άκαρπη τη θάλασσα δακρύζοντας κοιτούσε.
Στάθηκε δίπλα του η θεά και του μιλούσε έτσι:
« Δύστυχε, μη θρηνείς εδώ, μη φθείρεις τη ζωή σου•
γιατί πια ολοπρόθυμη θα σε ξεπροβοδίσω.
Έλα, μαδέρια μακριά κόψε, πλατιά σχεδία
κάνε και κάρφωσε ψηλά πλατιές απ’ άκρη σ’ άκρη
σανίδες, σ’ ανταριασμένες θάλασσες να σε πάει.
Κι εγώ ψωμί, νερό, κρασί που την καρδιά ευφραίνει
θα βάλω μέσα της πολύ, την πείνα να σου διώξουν•
θα σου δώσω φορέματα, πρίμο αέρα,
για να γυρίσεις άβλαβος στη γη την πατρική σου…»
…………………………………………………………
Σαν χόρτασαν του φαγητού και του ποτού τον πόθο,
η Καλυψώ, λαμπρή θεά, πρώτη μιλούσε τότε:
« Αρχοντικέ, Λαέρτη γιε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
τόσο πολύ επιθυμείς στη γη την πατρική σου,
στο σπίτι σου να ξαναπάς; Ας είναι, γεια χαρά σου!
Μόνο αν ήξερες καλά τα βάσανα που η μοίρα
να πάθεις σου ετοίμασε, στον τόπο σου πριν φτάσεις,
αυτό το σπήλαιο μένοντας θα φύλαγες μαζί μου,
θα ήσουν και αθάνατος, κι ας έχεις τόσο πόθο
το ταίρι σου να ξαναδείς που λαχταράς κάθε ώρα.
Νομίζω πως κατώτερη δεν είμαι απ’ εκείνη
στο σώμα και στ’ ανάστημα, και ούτε καν ταιριάζει
να παραβγούν θνητές μ’ εμάς στο σώμα και στην όψη. »
Γύρισε ο πολύσοφος ο Οδυσσέας κι είπε:
« Θεά αφέντρα μου, σ’ αυτό μη μου θυμώνεις• ξέρω
καλά πως δεν μπορεί ποτέ με σένα η Πηνελόπη
η συνετή να παραβγεί στην ομορφιά, στο σώμα•
αθάνατη κι αγέραστη συ, θνητή αυτή είναι.
Παρ’ όλα αυτά επιθυμώ κι ελπίζω κάθε ώρα
να ξαναπάω στο σπίτι μου και γυρισμό να έχω. ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ.Ε’ 151-168, 201-
220 )
Αν και του ’ταξε, πως θα τον κάνει αθάνατο κι αιώνια νέο, η Καλυψώ, ο Οδυσσέας δεν πλανήθηκε, κι ούτε ξέχασε τους δικούς του, που τον καρτερούσαν στης Ιθάκης τα ιερά χώματα. Θα αντιστεκόταν, άραγε, σε μια τέτοια προοπτική ο Αβραάμ; Αυτός πούλησε τη γυναίκα του δυο φορές για να ζήσει μέσα στην καλοπέραση, και θ’ αρνιόταν να γίνει αθάνατος και να τον κανακεύει η Καλυψώ;
(…Συνεχίζεται…)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου