Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

“Βίοι αντιπαράλληλοι”: Τα ζευγάρια Αβραάμ και Σάρρα - Οδυσσέας και Πηνελόπη



[[ δαμ-ων ]]

Πέρασε πολλές περιπέτειες ακόμη ο πολύπαθος της Ιθάκης βασιλιάς, μέχρι που ναυαγό τον ’ριξαν τα κύματα στον Φαιάκων κάποιο ακρογιάλι. Εκεί τον βρήκε η Ναυσικά, του Αλκίνοου η βασιλοκόρη, που στο παλάτι έφερε τον ξένο. Ο βασιλιάς ετοίμασε με χαρά το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα.
Στο νησί των Φαιάκων ο πολύπαθος Οδυσσέας, λίγο πριν πάρει του γυρισμού τη ρότα, είπε τα ακόλουθα λόγια:
[[ H Καλυψώ μ’ εμπόδισε στις βαθουλές σπηλιές της,
θεά έξοχη, θέλοντας να με κρατήσει γι’ άντρα•
το ίδιο και η δολερή η Κίρκη με βαστούσε
κει στην Αιαία, θέλοντας να με κρατήσει γι’ άντρα.
Όμως δεν άλλαξα ποτέ ό,τι είχα στα στήθη.
Γιατί δεν είναι πιο γλυκό από γονείς, πατρίδα
τίποτε, ακόμα κι αν ζεις και κατοικείς σε σπίτι
σε ξένη χώρα πλούσιο μακριά απ’ τους δικούς σου. ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ. Ι’ 29-36)
Τι να έκανε σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα της απουσίας του η Πηνελόπη;
Καρτερικά περίμενε ν’ ακουμπήσει στο δυνατό στήθος του άντρα της. Άλλον άντρα δεν έβαλε στη ζωή της. Κι αφού μαθεύτηκε πως έπεσε της Τροίας το κάστρο, που οι Αχαιοί το κούρσεψαν και με πλούσια λάφυρα μπήκαν στα καράβια για να γυρίσουν στην πατρίδα, με λαχτάρα περίμενε να δει τα πανιά των καραβιών του καλού της. Μα, στέγνωσαν τα μάτια της, εκεί στου παλατιού τον εξώστη. Καράβι με πανί, που είχε του παλατιού το σήμα, τα μάτια της δεν αντίκριζαν. Μέρα με τη μέρα πλήθαιναν τα λόγια του κόσμου, που λέγανε πως τάχα ο κύρης της χάθηκε στα πελώρια κύματα, τα οποία τα καράβια του έκαναν κομμάτια. Κι αυτή έκλεινε τ’ αυτιά της να μη τη σουβλίζουν τα φαρμακερά τα λόγια. Στων θεών τ’ αγάλματα καθημερινά γονάτιζε και τα χείλη της τρεμουλιαστά ψιθύριζαν ικετήριες προσευχές για το σωσμό του αγαπημένου, μα κι όλων των συντρόφων, γιατί κι αυτούς τους καρτερούσαν κυρτωμένες μάνες και τρυφερές γυναίκες.
Όσο περνούσαν τα χρόνια κι ο Οδυσσέας δε γύριζε, τόσο και του κόσμου η γνώμη δυνάμωνε πως είχε χαθεί στα ξένα, κι άδικα η βασίλισσα περίμενε το γυρισμό του ρήγα. Έτσι άρχισαν να φτάνουν στο παλάτι νέοι από αρχοντικές φαμίλιες ζητώντας να τους παντρευτεί, κάνοντας γάμο δεύτερο, για να έχει της κλίνης σύντροφο. Πολλοί υποψήφιοι μνηστήρες γέμισαν το παλάτι. Ήρθαν δώδεκα από την Ιθάκη, από τη Ζάκυνθο είκοσι, είκοσι τέσσερις από τη Σάμη και πενήντα δύο απ’ το Δουλίχιο. Μα, η βασίλισσα στιγμή δεν ήθελε να πιστέψει πως χάθηκε ο άντρας, στον οποίο πρόσφερε την παρθενική παστράδα. Κι απ’ το μυαλό της απόδιωχνε τη θλιβερή τη σκέψη, πως το κορμί της θ’ άγγιζαν χέρια άντρα αλλουνού. Η πίεση να διαλέξει άλλο ταίρι καθημερινά μεγάλωνε, το ίδιο κι η απόγνωσή της. Έτσι στο δόλο κατέφυγε για να κερδίσει χρόνο. « Μιας και ο ρήγας άντρας μου διάβηκε τον ποταμό Αχέροντα, πηγαίνοντας στου Πλούτωνα τη χώρα, αφήστε με λίγο να γνοιαστώ τον γέροντα Λαέρτη, το γονιό του άντρα μου, που μόνος κι ανήμπορος, σαν έχασε τη σύντροφο της ζωής του, τη βασιλομάνα Αντίκλεια, που από τον καημό του χαμένου γιου της πέθανε, σε μένα έχει στηριχτεί. Να υφάνω, θέλω σο σάβανο, που το κορμί του θα τυλίξει, όταν βγει η στερνή πνοή του. Γιατί δε θα ’τανε σωστό στα στόματα του κόσμου να πέσει το όνομά μου, πως τον γέρο-πεθερό μου δεν γνοιάστηκα, αλλά τον εγκατέλειψα ακολουθώντας το δεύτερο άντρα στο δικό του αρχοντικό. » Έτσι είπε με πονηριά η Πηνελόπη, και κλείστηκε στην καμαρά της υφαίνοντας στον αργαλειό. Κι ό,τι τη μέρα ύφαινε, τη νύχτα ξενυχτούσε να ξυφάνει. Γι’ αυτό, το υφαντό τελειωμό δεν είχε.
Τρία χρόνια πέρασαν χωρίς να αποσώσει το σάβανο. Οι μνηστήρες εγκαταστάθηκαν στο παλάτι, τρώγοντας από του Οδυσσέα τα κοπάδια και πίνοντας το κρασί του, και περίμεναν την Πηνελόπη να σταματήσει να ρίχνει τις σαϊτες με το νήμα, σμίγοντας υφάδι και στημόνι. Όμως, μια σκλάβα, που ερωμένη γίνηκε ενός από τους μνηστήρες, μίλησε για της κυράς την πονηριά. Τότε οι μνηστήρες μια νυχτιά μπήκαν κρυφά στη κάμαρά της και την έπιασαν να ξηλώνει το υφαντό. Έτσι αναγκάστηκε να το αποτελειώσει και μπήκε σε εναγώνιο διχασμό. Από τη μια, σκεφτόταν τον Οδυσσέα με την ελπίδα να γυρίσει και να βάλει τέρμα στην αναρχία που επικρατούσε στο παλάτι. Κι από την άλλη, να πάρει την απόφαση γρήγορα να παντρευτεί, γιατί σαν τους κουρσάρους οι μνηστήρες αφάνιζαν το βιό της.
Ας δούμε τη διήγηση, όπως ο Όμηρος την έγραψε στο έπος του:
[[ Αυτά εκείνοι έλεγαν ο ένας προς τον άλλο•
γύρισε κι ο Ευρύμαχος κι είπε στην Πηνελόπη:
« Πηνελόπη στοχαστική, του Ικάριου θυγατέρα,
αν σ’ έβλεπαν οι Αχαιοί που στο Ιάσιο Άργος
μένουν, μες στο παλάτι σας και πιο πολλοί μνηστήρες
απ’ το πρωί θα στρώνονταν, έτσι που ξαχωρίζεις
στ’ ανάστημα, στην ομορφιά, στη ζυγισμένη σκέψη. »
Η Πηνελόπη η συνετή γύρισε και του είπε:
« Ευρύμαχε, τη χάρη μου, την ομορφιά, το σώμα
τα ’σβησαν οι αθάνατοι τη μέρα που κινούσαν
για την Τροία οι Αχαιοί κι ο άντρας μου ο Οδυσσέας.
Αν γύριζε και φρόντιζε για τη ζωή μου εκείνος,
θα δοξαζόμουν πιο πολύ, καλύτερα θα ήταν.
Μα τώρα βασανίζομαι• θεός κακά μου δίνει.
Όταν κινούσε κι άφηνε τη γη την πατρική του,
ο άντρας μου μου έπιασε το δεξί το χέρι κι είπε:
- Γυναίκα, δε φαντάζομαι άβλαβοι να γυρίσουν
οι αντρειωμένοι Αχαιοί όλοι από την Τροία•
είναι καλοί πολεμιστές οι Τρωαδίτες, λέγουν•
είναι καλοί ακοντιστές, ρίχνουν καλά τα βέλη,
σε γοργοπόδαρα άλογα ξέρουν να ανεβαίνουν,
που νίκη δίνουν γρήγορα στη δύσκολη τη μάχη.
Αν θα μ’ αφήσει ο θεός ή θα χαθώ δεν ξέρω
αυτού στης Τροίας τα μέρη• για όσα αφήνω νοιάσου.
Τη μάνα, τον πατέρα μου νοιάσου όπως και πρώτα
ή και ακόμη πιο καλά, όσο εγώ θα λείπω.
Μα όταν δεις τα γένια του στο γιο μας να φυτρώνουν,
παράτησε το σπίτι μας και πάρε όποιον θέλεις.
Έτσι εκείνος μου ’λεγε• τώρα αληθεύουν όλα.
Θα έρθει η νύχτα μισητό να αντικρίσω γάμο,
καταραμένη εγώ, χαρά που απ’ το θεό δεν έχω.
Μα κι άλλο βάσανο βαρύ πλακώνει την καρδιά μου.
Έτσι δε φέρονταν ποτέ παλιότερα οι μνηστήρες,
όταν ενάρετη και πλουσιοθυγατέρα
γύρευαν να την παντρευτούν σ’ αγώνα μεταξύ τους•
οι ίδιοι βόδια κουβαλούν κι αρνιά καλοθρεμμένα
προς τους δικούς της, για να φαν, κι αυτής της δίνουν δώρα•
μα έτσι αλογάριαστα ξένα αγαθά δεν τρώγουν! » ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ. Σ’ 243-280)
Ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος επιμελήθηκε την επιστροφή του Οδυσσέα. Αυτός σαν πάτησε το πόδι στην πατρίδα, δεν πήγε αμέσως στο βασιλικό του σπίτι, αλλά καμώθηκε τον ζητιάνο κι έτσι μετά από μέρες έφτασε στο γνώριμο παλάτι. Η Πηνελόπη δεν τον γνώρισε, τον πέρασε για ξένο. Και στον ξένο άνοιξε την καρδιά της για να του πει τον πόνο, έχοντας στο πρόσωπο τη θλίψη θρονιασμένη.
Στην επόμενη ραψωδία, ο Όμηρος μας λέει τα λόγια που η Πηνελόπη του ’πε:
[[ Kι η Πηνελόπη η συνετή γύρισε και του είπε:
« Μα ξένε μου, τη χάρη μου, την ομορφιά, το σώμα
τα ’σβησαν οι αθάνατοι τη μέρα που κινούσαν
για την Τροία οι Αχαιοί κι ο άντρας μου ο Οδυσσέας….
Όσοι στα γύρω τα νησιά άρχοντες εξουσιάζουν,
στη δεντρωμένη Ζάκυνθο, Δουλίχιο και Σάμη,
και όσοι γύρω κατοικούν στη λαμπερή Ιθάκη,
σ’ άθελο γάμο με ζητούν και μας χαλούν το σπίτι.
Γι’ αυτό ξένους δε νοιάζομαι ούτε και τους ικέτες
ούτε κι όσους υπηρετούν τον κόσμο μας, τους κράχτες•
τον Οδυσσέα νοσταλγώ και λιώνω απ’ τον καημό του.
Αυτοί για γάμο βιάζονται κι εγώ τους κλώθω δόλους.
Πρώτα με φώτισε θεός στην κάμαρα να στήσω
ένα μεγάλο αργαλειό, πανί να υφάνω τάχα
ψιλόκλωστο και μακρουλό, κι αμέσως είπα τότε:
-Nέοι που με γυρεύετε με το χαμό του αντρός μου,
για λίγο περιμένετε, κι ας βιάζεστε για γάμο,
να τελειώσω το πανί, μη στ’ άδικα κοπιάζω,
για το Λαέρτη σάβανο την ώρα που θα φτάσει
η μοίρα η θανατερή του ανήλεου θανάτου,
κάποια από τις Αχαιές μη με κακολογήσει
πως είναι ασαβάνωτος, κι ας είχε τόσα πλούτη.
Έτσι είπα• και το δέχτηκε η δυνατή ψυχή τους.
Λοιπόν τη μέρα δούλευα στον αργαλειό μου πάντα,
κι ύστερα έστηνα δαδιά και ξύφαινα τη νύχτα.
Τους ξέφευγα και πλάνευα τους Αχαιούς τρεις χρόνους•
μα ήρθε χρόνος τέταρτος, οι εποχές κυλούσαν,
οι μήνες πήραν κι έτρεχαν, πέρασαν πολλές μέρες,
και τότε με μαρτύρησαν οι δούλες μου οι σκύλες,
κι ήρθαν αυτοί, με έπιασαν κι είπαν βαριές κουβέντες.
Γι’ αυτό και το ξετέλειωσα παρά τη θέλησή μου•
πια να ξεφύγω δεν μπορώ το γάμο και δε βρίσκω
κανένα άλλο τέχνασμα…..» ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ.Τ’ 123-158)

(…Συνεχίζεται…)

Δεν υπάρχουν σχόλια: