[[ δαμ-ων ]], 7ο μέροςΣχόλια:
Ο Αβραάμ υποστηρίζεται πως έζησε τον 19ο π.Χ. αιώνα από αρκετούς μελετητές. Πολλοί όμως ιστορικοί τον θεωρούν ως ένα πρόσωπο του θρύλου, ως το μυθικό πρόγονο της πατριάς από την οποία κατάγεται ο λαός του Ισραήλ. Ακόμη και με τη συνδρομή των αρχαιολόγων δεν αποδεικνύεται τίποτα ιστορικά, γιατί στην διήγηση για τη ζωή του εβραίου πατριάρχη υπάρχουν πάρα πολλές συγχωνεύσεις στοιχείων από θρύλους και μύθους. « Η ύπαρξη του Αβραάμ δεν αποδεικνύεται » μας τονίζει ο Israel Finkelstein του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, ειδικός στη βιβλική αρχαιολογία. Κι όσοι δέχονται τον Αβραάμ σαν ιστορικό πρόσωπο, το κάνουν περισσότερο από σεβασμό στην θρησκευτική τους υπόσταση, μιας κι ο Αβραάμ θεωρείται ως πατριάρχης και των τριων μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, της ιουδαϊκής, της χριστιανικής και της ισλαμικής. Οι περισσότεροι που παραδέχονται ότι είναι υπαρκτό πρόσωπο, ίσως να σκέφτονται με τρόπο ανάλογο του ραβίνου Menahem Froman, που λέει: « Για μένα, ο Αβραάμ είναι φιλοσοφία, πολιτισμός. Ίσως να είναι ιστορικό πρόσωπο, ίσως και όχι. Ο Αβραάμ είναι ένα μήνυμα ευσπλαχνίας, μια ιδέα. Ο Αβραάμ είναι τα πάντα. Δεν χρειάζομαι σάρκα και οστά για να πειστώ.»
Για τους πιστούς, που τον θεωρούν ως τον θεμελιωτή του μονοθεϊσμού, δεν χρειάζεται ιστορική θεμελίωση, δεν είναι αναγκαία η ύπαρξή του. Αρκεί που τον αναφέρει η Βίβλος! Αυτοί είναι εμποτισμένοι με το δόγμα:
« Πίστευε και μη ερεύνα ».
Αν δεχτούμε την ιστορική του παρουσία, θα πρέπει να τον εντάξουμε σε μια αραμαϊκή πατριά που μετανάστευσε από την περιοχή της Ούρ, από την Κάτω Μεσοποταμία. Ανήκε στα ημινομαδικά εκείνα φύλα, που προέρχονταν από τη συροαραβική έρημο και τη Μεσοποταμία και εισέβαλαν στη γη χαναάν μεταξύ του 2000 και 1750 π.Χ. Ο Abraham Malamat, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, πιστεύει ότι ο πατριάρχης έζησε μεταξύ 2000 και 1800 π.Χ. Υποστηρίζει: « Η Βίβλος και όλη η αρχαία ιστορία του Ισραήλ υποδεικνύουν ότι αυτό είναι το πιο εύλογο χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έζησε ο Αβραάμ. Εμείς οι ιστορικοί είμαστε ίσως οι πιο ειδικοί στο θέμα. Ένας ιστορικός είναι πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια από έναν αρχαιολόγο ».
Όμως ο συμπατριώτης του Israel Finkelstain, πρόεδρος του Αρχαιολογικού Τμήματος στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, διαφωνεί λέγοντας: « Τα τελευταία 20 χρόνια η αρχαιολογία έχει γίνει το βασικό εργαλείο για τη μελέτη των απαρχών της ιστορίας του αρχαίου Ισραήλ. Μερικές φορές η αρχαιολογία είναι το μοναδικό εργαλείο.» Γι’ αυτόν τον επιστήμονα οι καμήλες που αναφέρονται στη “Γένεση” να χρησιμοποιούσε ο Αβραάμ, με τα υπάρχοντα αρχαιολογικά στοιχεία, δεν χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά αγαθών πριν το 1000 π.Χ. Και καταλήγει στη διαπίστωση: « Δεν μπορώ να πω αν ο Αβραάμ υπήρξε ιστορικό πρόσωπο ή όχι. Ωστόσο, πολλά από τα στοιχεία της Γένεσης που αναφέρονται στον Αβραάμ θα πρέπει κατ απάσα πιθανότητα να χρονολογηθούν στον 7ο π.Χ αιώνα.» Αν, τελικά, ούτε οι απόγονοί του δεν συμφωνούν, εμείς θα πρέπει να πιστούμε για την ύπαρξή του και για την εποχή που έζησε;
Αναφέραμε παραπάνω πως η Π. Διαθήκη, και κυρίως η “Γένεση” αποτελούν τη μυθολογία των Εβραίων.
• Η συζυγική πίστη στους αρχαίους προγόνους μας είχε πολύ μεγάλη σημασία. Στη σχέση του ζευγαριού, που παντρευόταν με ειδική γαμήλια τελετή, δεν χωρούσε τρίτο πρόσωπο. Πολλές φορές η συζυγική απιστία επέσυρε τιμωρία του άπιστου. Την οικογένεια έδεναν άρρηκτοι οικογενειακοί δεσμοί. Αρκετοί μύθοι αναφέρονται στις οικογενειακές σχέσεις, άλλοτε τονίζοντας την ηθική υπόσταση, κι άλλοτε τονίζοντας την τιμωρία σαν αποτέλεσμα της απιστίας είτε από τους ανθρώπους, είτε από τους θεούς .
Σχετικά με την συζυγική πίστη, η ελληνική μυθολογία έχει να επιδείξει και τον μύθο του Κέφαλου με την Πρόκρη, τον οποίο παραθέτουμε:
Κέφαλος και Πρόκρις
« Kάποτε στη Φωκίδα βασίλευε ο Δηιονέας που είχε διαλέξει για ταίρι του τη Διομήδη, την όμορφη θυγατέρα του Ξούθου. Αυτή έφερε στον κόσμο τέσσερα αγόρια, τον Αινετό, τον Άκτορα, τον Κέφαλο (*1) και τον Φύλακο, και μια κόρη, την Αρτεροδία. Από τα αγόρια, ο Κέφαλος ξεχώριζε για την ανδρεία και για την ομορφιά. Όμως, δε θέλησε να ζήσει στη Φωκίδα και γι’ αυτό κίνησε για την Αθήνα. Εκεί βασίλευε ο Ερεχθέας (*2), που είχε τέσσερις κόρες από τη γυναίκα του, την Πραξιθέα, τις Κρέουσα, Ωρείθυια, Χθονία και Πρόκριδα. Το βασιλόπουλο από την Φωκίδα όταν είδε την Πρόκριδα την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε για γυναίκα του. Αφού παντρεύτηκαν, πήγαν να κατοικήσουν στο Θορικό, στην Ανατολική παραλία της Αττικής, βορειότερα από το Λαύριο. Εκεί ζούσαν ευτυχισμένοι κι έδωσαν όρκο αμοιβαίας αγάπης, με την υπόσχεση να μην προδώσει ο ένας τον άλλον και κανένας να μη δεθεί ερωτικά με τρίτο πρόσωπο.
Άρεσε και στους δυο το κυνήγι κι ήσαν δεινοί δοξαριστές, έχοντας πάντοτε στο κυνηγετικό τους σάκο εκλεκτά θηράματα.. Καθημερινά ο Κέφαλος περιδιάβαινε του Υμηττού τις πευκόφυτες πλαγιές και με τις σαϊτες του στόχευε άλλοτε γοργοπόδαρους λαγούς, άλλοτε φουσκόστηθες πέρδικες και πλουμιστές φάσες, πότε κερατόκλαδα περήφανα ελάφια και πότε γκριζόμαυρους χαυλιδοντοτούς κάπρους. Κάποιο πρωϊνό, καθώς ο Κέφαλος τριγυρνούσε με τα σκυλιά του, τον είδε η Ηώ (*3) και τα στήθη της σκίρτησαν από του έρωτα τον πόθο. Η ηλιόχαρη θεά, με την αστραφτερή ομορφιά, προσπάθησε να ξελογιάσει τον ομορφονιό και να τον πείσει να πάει μαζί της, αλλά του κάκου. Γι’ αυτό, γεμάτη πόθο τον άρπαξε βίαια και τον έφερε στη Συρία, για να γίνει συγκάτοικος κι ομόκλινός της.
Του Ερεχθέα ο γαμπρός αρνιόταν να σμίξει με άλλη γυναίκα γιατί ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του και είχε πάντα κατά νου την υπόσχεση, που είχε δώσει για πίστη μέχρι ο θάνατος να τους χωρίσει. Τότε η Ηώ σκαρφίστηκε τέχνασμα. Παρακίνησε τον Κέφαλο να βάλει σε δοκιμασία της Πρόκριδας την αγάπη κι αυτός μέχρι να πάρει απόκριση να μείνει πιστός στον όρκο του. Αν, όμως, η Πρόκριδα ήταν ανάξια της εμπιστοσύνης του, τότε να ενωθεί με τη θεά, αλλά και να γευτεί τις χαρές του έρωτα με άλλες γυναίκες. Έτσι ο Κέφαλος πήρε την απόφαση να λείψει από το σπιτικό του για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποιοι λένε για οχτώ χρόνια, ώστε να διψάσει η Πρόκριδα γι’ αντρική αγκαλιά. Μετά, με τη βοήθεια της Ηώς, πήρε τη μορφή ενός άλλου γοητευτικού και αρχοντικού ξένου άντρα, του Πτελέοντα, και πήγε στην ασυντρόφευτη γυναίκα, ζητώντας της να κοιμηθεί μαζί της. Για να την δελεάσει της πρόσφερε πλούσια δώρα και μπόλικο χρυσάφι. Χωρίς δεύτερη κουβέντα αυτή αρνήθηκε. Αργότερα την επισκέφτηκε ξανά, προσφέροντας διπλάσια χρυσαφικά, μαζί με περίτεχνο μαλαματένιο στεφάνι. Ζαλίστηκε από το θάμπος και την ομορφιά του στεφανιού η γυναίκα, αλλά και τα δώρα ήσαν σαγηνευτικά. Μια και το κορμί της είχε καιρό να νιώσει χάδι από άντρα, δέχτηκε να πλαγιάσει με τον ξένο. Σαν πήγαν στην κάμαρη κι έβγαλαν τα ρούχα τους, έτοιμοι για το ερωτικό σμίξιμο, φανερώθηκε μ’ οργή ο Κέφαλος, εκστομίζοντας κατηγόριες γιατί η Πρόκριδα δεν κράτησε τον όρκο της, μιας κι ήταν έτοιμη να τον προδώσει με κάποιον ξένο. Ένιωσε να χάνει τον κόσμο από την ντροπή η έρημη γυναίκα. Δεν ήθελε άλλη απόδειξη ο Κέφαλος. Την εγκατέλειψε κι, όντας λεύτερος από του όρκου τα δεσμά, ευθύς έτρεξε στης Ηώς την αγκαλιά. Απ’ αυτό το δεσμό γεννήθηκε ο Φαέθων (*4).
Καταντροπιασμένη η Πρόκριδα, πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Πρώτος σταθμός ήταν η Κρήτη, στην οποία βασίλευε ο Μίνωας με τη γυναίκα του την Πασιφάη. Εκεί γιάτρεψε τον βασιλιά από μια γενετήσια αρρώστια, που είχε, κι αυτός για να την ανταμείψει για το καλό, που του έκανε, της έκανε δώρο ένα αλάθευτο ακόντιο κι ένα σκύλο, που τίποτα δεν του ξέφευγε, τον Λαίλαπα (*5).
Μετά η Πρόκριδα γύρισε στο Θορικό, όπου έμενε με τον πρώην άντρα της. Στιγμή δεν είχε φύγει από το μυαλό της το πάθημα από την δοκιμασία, στην οποία την υπέβαλε ο Κέφαλος. Είχε έρθει η ώρα να τον δοκιμάσει κι αυτή με χειρότερη δοκιμασία, τον ανδρισμό του. Μεγάλη ατυχία στο κυνήγι είχε χτυπήσει τον Κέφαλο. Οτιδήποτε στόχευε, είτε πετούμενο είτε τετράποδο, δεν μπορούσε να το χτυπήσει. Έτσι κάθε μέρα με τον σάκο άδειο και την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του γύριζε στο σπίτι του. ίσως να ήταν και τιμωρία των θεών για το φέρσιμό του στην αγαπημένη του Πρόκριδα.
Αυτή έκοψε κοντά τα μαλλιά της, αντρικά, φόρεσε ρούχα αντρίκια και μεταμορφώθηκε σε έφηβο. Μ’ αυτή τη μορφή άρχισε στου Υμηττού τους λόγγους και τις βαθύσκιωτες πλαγιές να σεριανάει στοχεύοντας θηράματα με το αλάθητο κοντάρι και τον σκύλο, που τίποτα δεν του ξέφευγε, μήτε πετεινό του ουρανού μήτε γοργοπόδαρο της γης τετράποδο. Καθημερινά ξεχείλιζε από κυνήγι ο σάκος του έφηβου, δηλ. της μεταμορφωμένης γυναίκας. Κάποια μέρα συνάντησε ο Κέφαλος το νέο κυνηγό και θαύμασε το άσφαλτο ακόντιο και το πανέξυπνο σκυλί, που οσμιζόταν κι έβγαζε κάθε λογής κυνήγι. Τα λιμπίστηκε και θέλησε με κάθε τρόπο να τα κάμει δικά του. Είπε στον έφηβο την πεθυμιά του και ρώτησε τι αντάλλαγμα θα ’θελε για να του τα δώσει. Τότε η Πρόκριδα- έφηβος του αποκρίθηκε πως ήθελε να του χαρίσει το όμορφο κορμί του και να του δώσει τη χαρά να γευτεί του έρωτα την ηδονή μαζί του. Στην αρχή δίστασε ο Κέφαλος, μα σκέφτηκε πως είχε να νιώσει τη χαρά του κυνηγιού πολλές μέρες. Έτσι υποχώρησε και δέχτηκε. Σαν πλάγιασαν, πετάχτηκε ορθή η Πρόκριδα και του αποκαλύφτηκε, περιλούζοντάς τον με λόγια βαριά για το κατάντημά του, μιας και η πράξη την οποία ήταν έτοιμος να υποστεί ήταν η πιο αισχρή για έναν άντρα και γι’ αυτό έπρεπε να ντρέπεται δέκα φορές πιότερο από την δική της αθέτηση του όρκου. Με το πάθημά του αυτό ο Κέφαλος κατάλαβε την ανέντιμη ενέργειά, που ήθελε να δοκιμάσει την πίστη της. Με τα πολλά, συμφιλιώθηκαν και ξανάσμιξαν σαν αντρόγυνο, φέρνοντας και πάλι την ευτυχία στο σπιτικό τους. Η Πρόκριδα, που εξακολουθούσε να τον αγαπάει, του χάρισε το κοντάρι και τον σκύλο.
Έχοντας τόσο θαυμαστά βοηθήματα στο κυνήγι, καθημερινά ο Κέφαλος έπαιρνε το δρόμο για του Υμηττού τα μέρη, όπου ατέλειωτες ώρες επιδίδονταν σ’ αυτό, που τόσο του άρεσε. Η πολύωρη απουσία του Κέφαλου έβαλε σε υποψίες τη γυναίκα του, που της πέρασε από το μυαλό πως ανθοστρωμένες απόκρυφες πλαγιές συναντούσε ο ομορφάντρας, στα λαθραία, κάποια ερωμένη. Ίσως γι’ αυτό έλειπε με τις ώρες. Μπορεί μαζί με του κυνηγιού τη χαρά να γευόταν και του έρωτα την ηδονή. Έπιασε, λοιπόν, κρυφά έναν υπηρέτη του άντρα της, απ’ αυτούς που τον συντρόφευαν στο κυνήγι, και τον ρώτησε τι έκανε ο άντρας της καθημερινά. Αυτός της αποκρίθηκε, πως ανέβαινε ψηλά στην κορυφή του Υμηττού και φώναζε:
« ώ νεφέλη, παραγενού », ( έλα σύννεφο ). Ζήλια φώλιασε στην καρδιά της γυναίκας, γιατί νόμισε πως νεφέλη ήταν το όνομα της αντίζηλής της. Θέλησε να τους πιάσει πάνω στο σμίξιμο και να χιμήξει καταπάνω του και σαν λιονταρίνα να τον κατασπαράξει , μιας και πάτησε τον όρκο τους.
Την άλλη μέρα, παραμόνεψε και σαν έφυγε ο Κέφαλος, τον πήρε στο κατόπι η Πρόκριδα, χωρίς να την αντιληφτεί, κι αφού περπάτησαν στο διάσπαρτο με θυμάρι βουνό, έφτασαν στην λουσμένη από του αττικού ήλιου το φως κορυφή. Εκεί, πίσω από κάτι αγκαθωτούς θάμνους, παραμόνεψε η γυναίκα. Κι όταν, κατά τη συνήθειά του, ο Κέφαλος φώναξε: « ώ νεφέλη, παραγενού », αυτή από περιέργεια θέλησε να δει καλύτερα ποια ήταν η αντίπαλη, που θάμπωσε τον θεόμορφο άντρα της. Τότε κουνήθηκαν οι θάμνοι και σαν άκουσε ο άντρας το θρόϊσμα πίσω από τους θάμνους, νόμισε πως ήταν λαχταριστό τετράποδο ζώο, έδεσμα ευωδιαστό του τραπεζιού. Σήκωσε το κοντάρι και το εκσφενδόνισε προς το μέρος που άκουσε το θρόϊσμα . Κι αυτό, όπως ήταν αλάθητο, χτύπησε το θήραμα, που ήταν, τι δυστυχία!, η άμοιρη Πρόκριδα. Έτρεξε ο Κέφαλος να πιάσει το ζώο, αλλά, τι φρίκη!, τι συμφορά!, ήταν η αγαπημένη του που κείτονταν στο έδαφος, μέσα σε μια λίμνη από αίμα, η οποία ψυχορραγούσε. Έτσι ο θάνατος χώρισε το ζευγάρι, βυθίζοντας στο πένθος τον Κέφαλο. »
(…Συνεχίζεται…)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου