Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Ο Οιδίποδας


[[ δαμ-ων ]], ( 2ο Μέρος )

Κι όταν ο γυναικάδελφος Κρέοντας γύρισε από των Δελφών των μαντείο με του Φοίβου τον χρησμό, ο Οιδίποδας προτρέπει μπροστά σ’ όλους να τον φανερώσει: « Ες πάντας αύδα• τώνδε γαρ πλέον φέρω το πένθος ή και της εμής ψυχής πέρι ». Αξεδιάλυτος ήταν ο χρησμός και ζήτησαν του μάντη Τειρεσία την ορμήνια. Πριν να εμφανιστεί στη σκηνή ο τυφλός μάντης ο χορός λέει μ’ αγωνία:

« Ποια να ’σαι στ’ αλήθεια, ω! του Δία
μαντεία γλυκόλαλη, που ’ρθες
απ’ τους Δελφούς τους πολύχρυσους
στην πολυξάκουστη Θήβα;
Ταραχή με κυκλώνει, απ’ τον τρόμο
τρεμουλιάζει η ψυχή μου• Απόλλωνα Δήλιε,
με τι χρέος καινούργιο ή μελλούμενο
θα με φορτώσεις; Φανέρωσ’ το,
ω! αθάνατη Φήμη, βλαστάρι
της χρυσής μας Ελπίδας.
…………………………………..
Γατί, αλίμονο, υποφέρω αναρίθμητα πάθη•
ολάκερος πάσχει ο λαός μου
κι όπλο φροντίδας δε βρίσκεται
που να διώξει κανείς το κακό.
Γιατί μήτε της εύφορης γης
τα γεννήματα αυξαίνουν,
μήτε οι γυναίκες αντέχουν της γέννας
τους πολύβογκους πόνους και βλέπεις
ένας ένας, σαν πουλιά γοργοφτέρουγα,
να χιμούνε με πιότερη φόρα
κι απ’ την άγρια φωτιά στ’ ακρογιάλι
του εσπέριου θεού.
Κι απ’ αυτές τις αρίφνητες
συμφορές αφανίζεται η πόλη•
δίχως έλεος, αθρήνητοι, κείτονται
καταγής οι νεκροί, του θανάτου
σκορπώντας το μίασμα• οι γυναίκες
κι οι ασπρόμαλλες μάνες στενάζουν
στους βωμούς δώθε κείθε, ικετεύοντας
λύτρωση να ’βρουν στα μεγάλα τους πάθη.
Πολυστέναχτος βόγκος βουίζει
και μυριόστομος θρήνος. Γι’ αυτό
χρυσή κόρη του Δία, βοήθεια
καλόβολη στείλε μας. » ( Σοφοκλέους “Οιδίπους Τύραννος”, 151-188 )

Η συνέχεια >> εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: