
[[ δαμ-ων ]]
Μερικές φορές θέλεις να είσαι αποστασιοποιημένος από ορισμένα θέματα, στα οποία δε συμμετέχεις. Μα κάποιες προκλήσεις δε σε αφήνουν αμέτοχο. Κάποιοι, συνειδητά, επιλέξαμε να μην ασχοληθούμε με τα θέματα της εκκλησίας. Υπάρχουν άλλοι, με περισσότερο ζήλο, που ασχολούνται μ’ αυτά. Και πρέπει να διακρίνεσαι από διάθεση προσφοράς κι ανιδιοτέλεια για να καταγενείς με τέτοια θέματα.
Υπάρχουν αρκετοί, που αναλώνονται σε έναν τέτοιο σκοπό, χωρίς να βάζουν πάνω απ’ όλα το συμφέρον τους, ούτε τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Όμως κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούν το “ιερό” σαν κοινωνικό εφαλτήριο ή σαν μέσο πλουτισμού ή ακόμη και για πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτοί διασύρουν το όνομα της εκκλησίας και παγώνουν τις καρδιές όσων θέλουν τη ζεστή αγκαλιά και την πνευματική θαλπωρή της ποίμνης του θεόσταλτου Ποιμένα.
Η εκκλησία είναι αντίγραφο του κόσμου μας, γιατί αποτελείται από εμάς όλους, που είμαστε μέλη του κόσμου. Κι άλλοι από εμάς είναι σωστοί, χρηστοί, ενώ άλλοι είναι μικροπρεπείς και μικρόψυχοι. Οι τελευταίοι μερικές φορές οδηγούν σε κρίση που απογοητεύει τα άδολα και ήσυχα μέλη. Το κακό γίνεται κάκιστο, όταν οι σκανδαλίζοντες είναι ιερωμένοι και το μήλον της έριδος είναι ο οίκος του Κυρίου που εκλαμβάνεται ως οίκος εμπορίου.
Τον τελευταίο μήνα παρακολουθούμε μια διελκυστίνδα μεταξύ ιερουργών του χώρου μας, η οποία επιτείνεται και παίρνει διαστάσεις από τις θέσεις ανεγκέφαλων οπαδών (όχι πιστών) που απειλούν να γίνει το χωριό μας παρανάλωμα πυρός αν θιγεί- οικονομικά δυστυχώς κι όχι ηθικά- ο εκλεκτός τους ιερέας. Έχουν παρερμηνεύσει το ρηθέν «μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην• ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν». Προφανώς δε θα επιτρέψουμε να μας πει ο παρεπίδημος ιερέας «ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά ανθρώπου»…
Θα δανειστούμε ένα απόσπασμα από το κλασικό- διαχρονικό και διδακτικότατο μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη “Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται” και μετά θα κάνουμε κάποια σχόλια:
[[ Την άλλη μέρα το πρωί ο παπα-Φώτης, με το φτωχό του λιωμένο ράσο, ξυπόλυτος, έκαμε το σταυρό του• τράβηξε κατά το δεσποτικό. Μια στρουμπουλή χωριατοπούλα του άνοιξε, κοίταξε τ’ αδειανά χέρια του, σούφρωσε τα χείλια• δεν έρχουνται, λέει, τόσο πρωί• ο Δεσπότης δεν είχε ακόμα ξυπνήσει. Κάθισε στο πεζούλι της αυλής, περίμενε.
Σιγά- σιγά κατάφταναν κι άλλοι, γυναίκες κι άντρες, ο καθένας κρατούσε και το πεσκέσι του- ένα καλαθάκι αυγά, ένα κουνέλι, ένα κεφάλι τυρί, μιαν κότα. Τα ‘παιρνε η στρουμπουλή χωριατοπούλα, χαμογελούσε και τα ‘μπαζε μέσα• κι έδινε καρέκλα ή σκαμνί ανάλογα με το πεσκέσι.
- Είναι η ανιψιά του… είπε σιγά ένας γεροντάκος.
Ύστερα από μιαν ώρα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, σε όλη την αυλή, πως ο Δεσπότης ξύπνησε• ο ένας άκουσε το κρεβάτι να τρίζει, ο άλλος τον άκουσε να βήχει, ένας άλλος να κάνει την πρωινή του γαργάρα.
- Πίνει κι ένα αυγό ρουφηχτό για τη φωνή του… είπε πάλι το γεροντάκι.
Όλοι κουνήθηκαν με σεβασμό και σήκωσαν δειλά τα μάτια κατά το παράθυρο ψηλά, με τα κλειστά παντζούρια. Ακούστηκε βήχας δυνατός και φοβερά ρουθουνίσματα κι αλαφρά μουγκρητά και νερά να χύνουνται.
- Τώρα πλένεται… είπε πάλι το γεροντάκι.
Μετά ένα τέταρτο ακούστηκε κρότος από φλιτζάνια και πιάτα και μαχαιροπίρουνα και καρέκλες που τρίζαν.
- Τώρα πίνει τον καφέ του…
Μετά μισή ώρα ακούστηκαν στριγγιές φωνές και κλάματα.
- Τώρα δέρνει την ανιψιά του.
Σε λίγο ακούστηκε η σκάλα να τρίζει και κάποιος να ξεμυξίζεται τρανταχτά.
- Τώρα κατεβαίνει! Είπε δυνατά το γεροντάκι και πετάχτηκε όρθιο.
Σηκώθηκαν όλοι και κάρφωσαν τα μάτια στην πόρτα. Ακούστηκε μια δυνατή φωνή, μπάσα:
- Αγγελική, ποιος πρωτόρθε; να κοπιάσει!
Άνοιξε η πόρτα, πρόβαλε η στρουμπουλή κοπέλα, με κοκκινισμένα μάτια• έγνεψε στον παπα-Φώτη. Ο παπα-Φώτης προχώρεσε, μπήκε μέσα, έκλεισε η πόρτα.
H συνέχεια >> εδώ
1 σχόλιο:
ΩΡΑΙΑ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΔΑΜΩΝΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΟΣΑ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΕΣ ΠΑΠΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.
Δημοσίευση σχολίου