Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Ζει ο Βασιλιάς Aλέξαντρος ;

[[ δαμ-ων ]]

Μ’ αρέσουν, μαθές, οι ιστορίες. Μ’ αρέσουν και τα ποιήματα. Μ’ αυτά πορεύτηκα όλα τούτα τα χρόνια, από τότες που μ΄ έμαθε να συλλαβίζω ο δάσκαλος ο κυρ-Γιώργης ο Αγγελής- ο Θεός να του δίνει πολλούς χρόνους ακόμη- και η κυρά Βασιλική η Σοφιανού- Θεός σχωρέστ’ εκείνη. Απ’ αυτά παίρνω αφορμή και γράφω μερικές αράδες. Είν’ όπως μας έσπρωχνε κάποιος της τρελοπαρέας και παίρναμε φόρα με τα πατίνια, σαν ήμασταν μικροί και είχαμε ρημάξει τα ρουλεμάν και τις σανίδες για να κάνουμε τα πρώτα μας τροχοφόρα, και μετά στην κατηφόρα δεν είχαμε σταματημό. Σπρώξιμο είναι της σκέψης η ιστορία, το παραμύθι, το ποίημα, γιατί τα έχουν γράψει σοφοί ανθρώποι. Και- προς Θεού δε κάνω το σοφό- λίγο από ζήλεια, λίγο από το σαράκι του γραφιά, αυτή η ιστορία κρούει κάποιες χορδές- είναι, μαθές, και οι αφορμές των δύσκολων ημερών που ζούμε- και βγαίνει κάποιο άρθρο. Μα, πάνω απ’ όσα γράφω, είναι η ιστορία, το παραμύθι, το ποίημα. Είναι σαν το πετράδι στο δαχτυλίδι. Το μάλαμα είναι το δέσιμο. Αυτό που λαμπυρίζει, αυτό που έχει την πάσα αξία, είναι το πετράδι. Έτσι όσα γράφω εγώ είναι το δέσιμο. Το ακριβό πετράδι είναι αυτό που έγραψε ο σοφός μυθοπλόκος, ο καλός παραμυθάς, ο εμπνευσμένος ποιητής.
Θα ξεκινήσουμε με μια ιστορία που μάθαμε στα μαθητικά θρανία, τότε στα χρόνια της αθωότητας και ξεγνοιασιάς. Που σαν είχαμε μια φέτα ξερό ψωμί αλειμμένο με λάδι ή βρεγμένο και πασπαλισμένο με ζάχαρη, νιώθαμε πασάδες. Το βούτυρο και η μαρμελάδα ήσαν τότε στις άγνωστες λέξεις και η μερέντα μας ήταν λίγος μπελντές απλωμένος στη φέτα του ψωμιού. Μπορεί τα χέρια να τα κοκκίνιζαν με τη βέργα οι δάσκαλοι, μα τους σεβόμασταν και τους αγαπούσαμε για όσα μας μάθαιναν. Κι ‘μείς σαν το διψασμένο χώμα ρουφούσαμε κάθε ιστορία που μας ‘λέγαν. Από τότες θυμάμαι την ιστορία του Μεγαλέξαντρου και της γοργόνας αδερφής του. Να τη θυμηθούμε, το λοιπόν, εμείς οι “γκριζαρισμένοι” κι οι “χιονόμαλλοι” που την ακούσαμε και ας τη γνωρίσουν ‘κείνοι που αργότερα ‘μάθαν πιο μοντέρνες ιστορίες:
[[ Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν, όταν ο βασιλιάς Aλέξανδρος, εκυρίευσε τον κόσμο, εκάλεσε τους δημογέροντες κι ερώτησε:
— Πώς να ζήσω πολλά χρόνια, να είμαι πάντα νέος ; Έχω τόσα πολλά ακόμα να κάμνω σ΄αυτόν τον Πάνω Κόσμο !
— Υπάρχει o τρόπος, αλλά είναι δυσκολότατος, του λέγουν αυτοί.
— Και ποιός είναι αυτός ο τρόπος ; Θέλω να τον ξεύρω.
— Είναι να πάγεις, να φέρεις και να πιείς το Αθάνατο Νερό.
— Kαι πού εμπορώ να βρω αυτό το Αθάνατο Νερό, να τo πιώ ;
— Στην Άκρη του Κόσμου, πέρα απ΄τα Δυό Βουνά, που διαρκώς ανοιγοκλείνουν, τόσο γλήγορα πού ο ταχύτερος σταυραετός δεν προφθαίνει να περάσει. Πολλά από τα καλύτερα βασιλόπαιδα προσεπάθησαν να περάσουν να φθάσουν στ΄Αθάνατο αυτό Νερό. Κανένα δεν το κατάφερε.

Η συνέχεια >>> VAGIAblog

2 σχόλια:

δαμ- ων είπε...

Θρύλοι
Γνωστός είναι και ο θρύλος για τις «αδερφάδες του μεγάλου Αλεξάνδρου», που διασώζεται σε δύο εκδοχές, όπως τις έχει καταγράψει ο Ν. Πολίτης και τις παραδίδει στις Παραδόσεις του (χ.χ.). Στην περίπτωση μάλιστα του συγκεκριμένου θρύλου νομίζουμε ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις ιστορικές-μυθολογικές του απαρχές.
Στην Πέλλα λατρευόταν μια θεά που σε επιγραφή του 206 μ.Χ. αναφέρεται ότι λατρευόταν με τα ονόματα Συρία Θεά Παρθένος Γυρβιάτισσα, θεά των νερών, των λιμνών, της θάλασσας, επομένως θεά της γονιμότητας και συγχρόνως του θανάτου –όπως λ.χ. η Αφροδίτη. Η λατρεία της Συρίας θεάς μεταφέρθηκε από τη Συρία στη Μακεδονία από τον 3ο αι. π.Χ. Η θεά «παριστανόταν ως ωραία γυναίκα, άλλοτε όρθια πάνω σε κήτος, άλλοτε καθιστή σ’ αυτό, άλλοτε ως ψάρι με γυναικείο κεφάλι και άλλοτε με ψαρίσιο το κάτω μέρος του σώματός της» (Χρυσοστόμου, 1995, 128). Εικάζεται, λοιπόν, ότι η γοργόνα αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο ιχθυόμορφος δαίμων στο μυθιστόρημα Αλεξάνδρου, κατάγεται από τη Συρία θεά.
Οι αδερφάδες του μεγάλου Αλεξάνδρου
(Δήμος Φελλόης των Καλαβρύτων)
Όντας ο μέγας Αλέξανδρος εκυρίευσεν ούλον τον κόσμο, επήγε και εκεί που βγαίνει το αθάνατο νερό, και εγιόμισε δυό λαήναις για να λουστή και να γίνη αθάνατος. Όντας τοις ήφερε ’ς το σπίτι, ένας αξιωματικός που του είχε γινάτι, λέει ’ς τις αδερφάδες του το μυστικό και τοις ορμηνεύει να λουστούν και να πιουν εκείναις, και να βάλουν άλλο νερό ’ς τοις λαήναις. Εκείναις αμέσως επήραν το νερό και ήπιαν και ελουστήκανε και εχύσανε τα απολούσματα ’ς το δρόμο. Εκεί έτυχε μία κόττα και ένας μπότσικας και εβραχήκανε με το αθάνατο νερό• και για τούτο η κόττα ξαναμουτεύει κάθε χρόνο και γίνεται πάλι νέα και ο μπότσικας δεν ξεραίνεται, και αν ξεριζωθή και κρεμαστή ’ς τον αγέρα.
Οι αδερφάδες του μεγάλου Αλεξάνδρου άμα ήπιανε ταθάνατο νερό κ’ ελουστήκανε με δαύτο, εσηκωθήκανε ’ς τον αγέρα, ήγουν έγιναν αερικαίς, και από τότε είναι οι Νεράιδες. Εκείναις κάθε χρόνο παίρνουνε από τα χωριά κορίτσια σημειωμένα, δηλαδή καμμιά κουτσή ή καμμιά κουλή, και τοις κάνουνε Νεράιδες να τοις δουλεύουνε, και έτσι έχουνε οι Νεράιδες φουσσάτα μεγάλα• και κάθουνται μέσα ’ς τα λαγκάδια και ’ς τους βράχους.
Οι καθαυτό Νεράιδες, οι αδερφάδες του μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν πειράζουν κανένα, αλλά οι σημειωμέναις, οι δούλαις τους, πειράζουν και παίρνουν τους ανθρώπους. Όντας περάση κανένας μεσημέρι ή μεσάνυχτα από το μέρος που βρίσκονται, τον παίρνουνε οι Νεράιδες και τον βαρούνε και τον γκρεμίζουνε και του κάνουνε χίλια κακά. Άμα όμως νοήση και φωνάξη• «Ζη Αλέξανδρος ο βασιλιάς, ζη και βασιλεύει!» τότες αμέσως τρέχουνε οι αδερφάδες του και τον γλυτώνουνε.
Όποιος είναι αλαφροήσκιωτος τοις βλέπει, αλλιώς τον κρούνε χωρίς να βλέπη τίπτας. Πολλές φορές παίρνουν βοσκοπούλαις από τα χωριά, και τοις κρύβουν σε διάφορα μέρη, και τοις κάνουν αόραταις• έτσι αυταίς βλέπουν όσους έρχονται και τοις γυρεύουν, ενώ εκείνοι δεν τοις βλέπουν. Όντας δεν τοις χρειάζουνται πλιο, τοις απολούνε, και κείναις, όντας γυρίζουν, τα μολογάνε ούλα, πως έβλεπαν τους συγγενείς τους που περνούσαν από κοντά τους, και πως το ψωμί που τους έδιναν οι Νεράιδες ήταν ξερό και κατάμαυρο.

δαμ- ων είπε...

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος κ’ οι Νεράιδες
(Μακεδονία)
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είχε αγαπητικιά μια Νεράιδα. Την έβλεπε τη νύχτα μόνο, κ’ εμιλούσαν μαζί. Γι’ αυτό τον συμπαθούσαν και οι άλλαις Νεράιδες και έγινε μέγας και τρανός. Αλλά κάποτε τοις θύμωσε, και καταστράφηκε κι’ αυτός και το βασίλειό του.
Οι Νεράιδες όμως ακόμη τον θυμούνται και τον αγαπούν. Και όταν σηκώνεται ανεμοστρόφιλας, οι Νεράιδες που είναι μέσα δεν κάνουν κακό σε κανέναν, μάλιστα πέφτει ο ανεμοστρόφιλας, αν ειπή όποιος βρεθή κοντά τρεις φοραίς• “Μέλι κι γάλα! Κάπ’ απ’ ιδώ πέρασι η βασιλιάς η Αλέξανδρους• ζη κι βασιλεύγει!
Και όπως στην αρχαιότητα συνηθισμένη ήταν η λογοτεχνική επεξεργασία του μύθου με τις τραγικές του αποδόσεις, το ίδιο συνέβη και με τον θρύλο για τις αδελφές του μακεδόνα βασιλιά. Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας αξιοποίησε λογοτεχνικά τον θρύλο παραδίδοντάς μας ένα θαυμάσιο κείμενο που συνδυάζει στοιχεία του θρύλου με τοπικά στοιχεία.
Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Γοργόνα (απόσπασμα)
Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνη ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. […] Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορώτερα πρόβαινε, τόσο μίκραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρομος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια, έχυναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια περηφάνεια βασιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κ’ έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα κ’ έπαιζε στο δεξί τη Μακεδονική σάρισσα. […]
-Ναύτη• καλεναύτη•ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
[…]
-Τώρα, Κυρά μου! Απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.
Ωιμέ! Καλό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε με μιας φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κ’ έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα σηκώθηκαν περαδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κ’ έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. […]
-Όχι, Κυρά, ψέματα!…τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα.
[…]
-Ναύτη• καλεναύτη•ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
-Ζη και βασιλεύει• απάντησα ευθύς. Ζη και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.»
Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κ’ έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και εγύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.